Η πρώτη επίσημη συνάντηση μεταξύ των εκπροσώπων της Δανίας, της Γροιλανδίας και της νέας αμερικανικής κυβέρνησης στον Λευκό Οίκο κατέληξε σε διπλωματικό αδιέξοδο, με τον Δανό υπουργό Εξωτερικών Λαρς Λόκε Ράσμουσεν να παραδέχεται ότι δεν κατάφεραν να αλλάξουν τη στάση της Ουάσινγκτον σχετικά με τις επιδιώξεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία.
Ο κ. Ράσμουσεν, μετά τη συνάντησή του με τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ήταν ξεκάθαρος στις δηλώσεις του: «Είναι σαφές ότι ο πρόεδρος διατηρεί την επιθυμία να κατακτήσει τη Γροιλανδία». Παράλληλα, τόνισε ότι οι δύο χώρες εξακολουθούν να έχουν μια θεμελιώδη διαφωνία στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Στάση της Γροιλανδίας και απαιτήσεις της Δανίας
Από την πλευρά της, η υπουργός Εξωτερικών της Γροιλανδίας Βίβιαν Μότζφελντ διευκρίνισε τη θέση του νησιού, δηλώνοντας ότι ενώ επιθυμεί την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ουάσινγκτον, η Γροιλανδία δεν επιθυμεί να ανήκει στις ΗΠΑ. Η δήλωση αυτή αντικατοπτρίζει τη σταθερή στάση των κατοίκων του νησιού, οι οποίοι παρά την αυτονομία τους εντός του δανικού βασιλείου, δεν επιδιώκουν αλλαγή του καθεστώτος τους.
Ο Δανός ΥΠΕΞ χαρακτήρισε «απολύτως απαράδεκτες» τις ιδέες που δεν σέβονται την εδαφική ακεραιότητα της Γροιλανδίας, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι το νησί καλύπτεται από το Άρθρο 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ από το 1949. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε ένοπλη ενέργεια εναντίον της Γροιλανδίας θα θεωρηθεί επίθεση κατά όλων των μελών της Συμμαχίας.

Παρά τις διαφορές, ο κ. Ράσμουσεν εξέφρασε την επιθυμία για «στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ», τονίζοντας όμως ότι αυτή θα πρέπει να διέπεται από σεβασμό προς την κυριαρχία της Δανίας και τις επιλογές της Γροιλανδίας.
Δημιουργία ομάδας εργασίας ως έξοδος κινδύνου
Το μόνο θετικό στοιχείο που προέκυψε από τη συνάντηση ήταν η απόφαση για τη δημιουργία μιας τριμερούς ομάδας εργασίας μεταξύ Αμερικανών, Γροιλανδών και Δανών. Στόχος της ομάδας είναι να αντιμετωπίσει τις διαφορετικές θέσεις των δύο πλευρών μέσω του διαλόγου.

Όπως εξήγησε ο κ. Ράσμουσεν, η ομάδα εργασίας θα έχει διπλό ρόλο: αφενός θα συζητήσει τις αμερικανικές ανησυχίες για θέματα ασφαλείας στην Αρκτική, αφετέρου θα πρέπει να λάβει υπόψη τις «κόκκινες γραμμές» του βασιλείου της Δανίας. Η λύση αυτή φαίνεται να αποτελεί μια διπλωματική προσπάθεια αποκλιμάκωσης της έντασης, χωρίς όμως να επιλύει το βασικό πρόβλημα.
Γεωστρατηγικές συνέπειες και προκλήσεις
Η κρίση γύρω από τη Γροιλανδία αναδεικνύει τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση Τραμπ στην Αρκτική περιοχή, τόσο από γεωστρατηγικής όσο και από οικονομικής άποψης. Το νησί διαθέτει τεράστια κοιτάσματα σπάνιων γαιών και άλλων ορυκτών πόρων, ενώ η κλιματική αλλαγή ανοίγει νέους ναυτιλιακούς δρόμους στην Αρκτική.

Παράλληλα, η αμερικανική επιμονή για έλεγχο της Γροιλανδίας συνδέεται με τον ανταγωνισμό με τη Ρωσία και την Κίνα στην περιοχή. Οι δύο χώρες έχουν ενισχύσει σημαντικά την παρουσία τους στην Αρκτική τα τελευταία χρόνια, γεγονός που ανησυχεί τους Αμερικανούς στρατηγικούς σχεδιαστές.
Η αποτυχία της διπλωματικής προσέγγισης αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για το μέλλον των σχέσεων ΗΠΑ-Δανίας, καθώς και για τη σταθερότητα στην Αρκτική περιοχή. Η τριμερής ομάδα εργασίας που θα δημιουργηθεί θα κληθεί να διαχειριστεί μια εξαιρετικά λεπτή κατάσταση, όπου οι εθνικές κυριαρχίες συγκρούονται με τις γεωστρατηγικές επιδιώξεις μιας υπερδύναμης.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν ο διάλογος μπορεί να οδηγήσει σε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση ή εάν οι διαφορές θα οξυνθούν περαιτέρω, δημιουργώντας προβλήματα στο εσωτερικό της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

