Η αποκάλυψη των 3,5 εκατομμυρίων εγγράφων από τα αρχεία του Τζέφρι Επστάιν από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης έφερε στο φως μια εκπληκτική λεπτομέρεια: η Ελλάδα αναφέρεται περισσότερες από 1.564 φορές στην εκτενή αλληλογραφία και τα έγγραφα του καταδικασμένου χρηματιστή και εμπόρου ανθρώπων.
Οι αναφορές αυτές, που καλύπτουν κυρίως την περίοδο 2010-2015, περιλαμβάνουν ηλεκτρονική αλληλογραφία σχετικά με το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, επενδυτικές ευκαιρίες, αναλύσεις αγοράς και ανταλλαγή απόψεων για την πολιτική κατάσταση στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

Η επικοινωνία με τον Νόαμ Τσόμσκι
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκτενής αλληλογραφία μεταξύ του Επστάιν και του διάσημου Αμερικανού διανοούμενου Νόαμ Τσόμσκι σχετικά με την ελληνική κρίση. Σε email της 29ης Ιουνίου 2015, ο Τσόμσκι εξηγεί στον Επστάιν τη δική του ανάλυση για τα ελληνικά χρέη: «περίπου το 90% των πληρωμών προς την Ελλάδα πηγαίνουν στην πραγματικότητα στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες που έκαναν επικίνδυνες επενδύσεις».
Ο διακεκριμένος γλωσσολόγος και πολιτικός αναλυτής συνεχίζει χαρακτηρίζοντας τα ελληνικά χρέη ως «απεχθή χρέη» που θα έπρεπε να αναδιαρθρωθούν ριζικά ή να ακυρωθούν, υποστηρίζοντας ότι οι Έλληνες πληρώνουν για χρέη που ο λαός δεν ανέλαβε ποτέ.

Η απάντηση του Επστάιν αποκαλύπτει μια πιο κυνική προσέγγιση στο ελληνικό ζήτημα. Αναφέρει ότι η Ελλάδα «δεν έχει πραγματικά σύστημα είσπραξης φόρων και ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας είναι μαύρο», καταλήγοντας ότι «κανένα πρόγραμμα λιτότητας ή φορολογικό καθεστώς δεν θα έχει πραγματικό αποτέλεσμα».
Ο Τσόμσκι, από την πλευρά του, επικεντρώνεται στην πολιτική διάσταση του ζητήματος, υποστηρίζοντας ότι «η Τρόικα έχει σαφή πρόθεση να ταπεινώσει τον ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να διασφαλίσει ότι κανείς στην Ευρώπη δεν θα έχει περίεργες ιδέες για τη δημοκρατία».

Η αλληλογραφία με την Αριάν ντε Ρότσιλντ
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η επικοινωνία του Επστάιν με την Αριάν ντε Ρότσιλντ, πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο του ιστορικού χρηματοοικονομικού ομίλου Edmond de Rothschild Group. Η αλληλογραφία τους επικεντρώνεται στις πολιτικές εξελίξεις μετά το δημοψήφισμα του 2015 και την αποπομπή του τότε υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη.
Σε email της 6ης Ιουλίου 2015, μία ημέρα μετά το δημοψήφισμα, η Ρότσιλντ ενημερώνει τον Επστάιν: «Άκουσα ότι ο Τσίπρας ήθελε το κεφάλι του Βαρουφάκη και το πήρε. Θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον επικεφαλής διαπραγματευτή Ευκλείδη Τσακαλώτο».

Η απάντηση του Επστάιν είναι χαρακτηριστική της προσέγγισής του: «Η παραίτηση του Έλληνα υπουργού παρουσιάζει στην Ελλάδα ένα πιο σκληρό πρόβλημα, όχι ένα ευκολότερο. Τώρα θα τους ζητηθεί να έρθουν με λύση. Όχι με προτάσεις», χρησιμοποιώντας εξαιρετικά χυδαίο λεξιλόγιο για την κατάσταση της χώρας.
Ευρύτερες επιπτώσεις και ερωτήματα
Η εκτεταμένη παρουσία της Ελλάδας στα αρχεία Επστάιν εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το ενδιαφέρον του καταδικασμένου χρηματιστή για την ελληνική οικονομική κρίση. Οι αναφορές περιλαμβάνουν όχι μόνο ταξιδιωτικές σημειώσεις και επενδυτικές αναλύσεις, αλλά και λεπτομερείς συζητήσεις με επιφανείς προσωπικότητες του διεθνούς χρηματοπιστωτικού και ακαδημαϊκού χώρου.
Το γεγονός ότι διανοούμενοι όπως ο Τσόμσκι συμμετείχαν σε τέτοιες συζητήσεις με τον Επστάιν δείχνει πόσο εκτεταμένο ήταν το δίκτυο επαφών του, που περιλάμβανε όχι μόνο επιχειρηματίες και πολιτικούς, αλλά και ακαδημαϊκούς και πνευματικούς ανθρώπους.
Η χρονική περίοδος των περισσότερων αναφορών, 2010-2015, συμπίπτει με τα πιο κρίσιμα χρόνια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, όταν η χώρα βρισκόταν στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής λόγω των διαπραγματεύσεων με την Τρόικα και των αβεβαιοτήτων γύρω από την παραμονή της στην Ευρωζώνη.
Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για παράνομες δραστηριότητες σχετικά με την Ελλάδα, η παρουσία της χώρας μας σε αυτά τα έγγραφα υπογραμμίζει τη διεθνή διάσταση που είχε η ελληνική κρίση και το πώς παρακολουθούνταν από διάφορους κύκλους στο εξωτερικό.
Τα αρχεία Επστάιν συνεχίζουν να αποκαλύπτουν το εύρος των επαφών και του ενδιαφέροντος του καταδικασμένου χρηματιστή, ρίχνοντας φως σε πτυχές της διεθνούς χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας και των πολιτικών εξελίξεων που ίσως δεν θα έβλεπαν ποτέ το φως της δημοσιότητας υπό άλλες συνθήκες.

