Η πολιτική δασμών του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να κυριαρχεί στους τίτλους των ειδήσεων, αλλά αποτελεί μόνο την κορυφή ενός τεράστιου παγόβουνου. Πίσω από τις εντυπωσιακές ανακοινώσεις και τις εμπορικές αντιπαραθέσεις, εξελίσσεται μια βαθιά και μακροπρόθεσμη μετατόπιση στον τρόπο που κράτη και κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται την παγκόσμια οικονομία. Ο οικονομικός εθνικισμός επιστρέφει δυναμικά, και αυτή τη φορά δεν περιορίζεται σε απλά τελωνειακά μέτρα.
Τα νούμερα που αποκαλύπτουν το μέγεθος του προβλήματος
Το παγκόσμιο εμπόριο αγαθών έφτασε τα 49 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2024, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 45% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αν συνυπολογιστούν οι υπηρεσίες, τα δεδομένα, το πνευματικό κεφάλαιο, οι επενδύσεις και οι τοπικές πωλήσεις θυγατρικών πολυεθνικών εταιρειών, το μέγεθος της διασυνοριακής δραστηριότητας ξεπερνά τα 60 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σε αυτή ακριβώς τη δεύτερη, λιγότερο ορατή σφαίρα, ο νέος οικονομικός εθνικισμός εκδηλώνεται με τρόπο πολύ πιο συστημικό και δύσκολα αναστρέψιμο.
Πώς λειτουργεί ο «αόρατος» οικονομικός εθνικισμός
Ενώ οι δασμοί είναι εύκολο να μετρηθούν και να γίνουν πολιτικό σύνθημα, η πραγματική μετατόπιση συμβαίνει αλλού. Μέσα από ένα πυκνό πλέγμα βιομηχανικών πολιτικών, κυρώσεων, ελέγχων επενδύσεων, ρυθμιστικών διακρίσεων και άτυπων κοινωνικών πιέσεων, τα κράτη εγκαταλείπουν σταδιακά την ουδετερότητα ως προς την εθνικότητα των επιχειρήσεων. Η διάκριση με βάση τη χώρα προέλευσης γίνεται πλέον ο κανόνας, όχι η εξαίρεση.
Παρά το γεγονός ότι οι δασμοί στις ΗΠΑ αποδείχθηκαν σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικοί, με το μεγαλύτερο βάρος να πέφτει σε επιχειρήσεις και καταναλωτές, και το 64% των Αμερικανών να τους αποδοκιμάζει σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το κύμα δεν υποχωρεί. Αντιθέτως, βαθαίνει και επεκτείνεται σε νέα πεδία.
Ψηφιακά σύνορα, άμυνα και τεχνολογία: η νέα αρχιτεκτονική
Ο οικονομικός εθνικισμός μεταφέρεται πλέον σε κρίσιμες υποδομές, στην άμυνα και στην τεχνολογία. Η Ευρώπη σχεδιάζει ψηφιακό νόμισμα για να μειώσει την εξάρτηση από αμερικανικά συστήματα πληρωμών. Η Γερμανία βλέπει τον αμυντικό κολοσσό Rheinmetall να προβλέπει πενταπλασιασμό εσόδων έως το 2030, σε μια Ευρώπη που ξαναανακαλύπτει την αμυντική της αυτονομία.
Παράλληλα, η Ινδία ανακοίνωσε επενδύσεις ύψους 210 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε υπολογιστική ισχύ εντός των συνόρων της, επιδιώκοντας τεχνολογική αυτάρκεια σε μια εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται στρατηγικός πόρος. Χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο χτίζουν εναλλακτικά δίκτυα χρηματοπιστωτικών ροών, τεχνολογίας και άμυνας, προκειμένου να μειώσουν την εξάρτησή τους από συστήματα που θεωρούν γεωπολιτικά επικίνδυνα.
Οι επιπτώσεις σε πολυεθνικές και επενδυτές
Για τις πολυεθνικές εταιρείες, η νέα πραγματικότητα σημαίνει αναγκαστική αναδιάρθρωση εφοδιαστικών αλυσίδων και εταιρικών δομών. Η εθνική προέλευση μιας επιχείρησης γίνεται καθοριστικός παράγοντας πρόσβασης σε αγορές και κεφάλαια, κάτι αδιανόητο στην εποχή της ακραίας παγκοσμιοποίησης που βιώσαμε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Για τους επενδυτές, η μετάβαση από το αφήγημα της οικονομικής σύγκλισης σε μια νέα εποχή απόκλισης τιμών, επιτοκίων και ασφαλίστρων κινδύνου, δημιουργεί ένα τελείως διαφορετικό τοπίο. Η αγορά αντιμετωπίζει πλέον γεωπολιτικούς κινδύνους ως μόνιμο χαρακτηριστικό, όχι ως προσωρινή ανωμαλία.
Τι θα γίνει μετά τον Τραμπ;
Πολλοί στρέφουν ήδη το βλέμμα στις αμερικανικές εκλογές του 2028, ελπίζοντας σε επιστροφή σε πιο μετριοπαθή πολιτική και αποκατάσταση του κράτους δικαίου. Ωστόσο, η βαθύτερη πραγματικότητα που αναδεικνύεται μέσα από αναλύσεις των Financial Times, είναι ότι η διάκριση των επιχειρήσεων με βάση την εθνικότητα έχει πλέον παγιωθεί και δύσκολα θα ανατραπεί από οποιονδήποτε διάδοχο στον Λευκό Οίκο.
Η λογική «η πατρίδα πρώτα» έχει γίνει ο νέος κανόνας, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και διεθνώς. Ακόμη κι αν η εποχή των υψηλών δασμών περιοριστεί κάποια στιγμή, η εποχή του οικονομικού εθνικισμού μόλις ξεκινά. Επιχειρήσεις και επενδυτές καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική και η οικονομία γίνονται ξανά αδιαχώριστες, θυμίζοντας εποχές που θεωρούσαμε ότι είχαν ξεπεραστεί οριστικά.
Η Ελλάδα, ως μικρή ανοιχτή οικονομία της Ευρωζώνης, δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη σε αυτές τις εξελίξεις. Η στρατηγική της κυβέρνησης για ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, σε συνδυασμό με τη θέση της χώρας ως ενεργειακού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο πλεονέκτημα στη νέα γεωοικονομική τάξη πραγμάτων.

