Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, έδωσε συνέντευξη στο ισραηλινό Channel 12 λίγες ώρες μετά την έναρξη της κοινής αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης στο Ιράν, αποκαλύπτοντας τη σκέψη πίσω από μια από τις πιο δραματικές αποφάσεις της θητείας του. Παράλληλα, στην Ουάσιγκτον, μέλη του Κογκρέσου κινητοποιούνται για να περιορίσουν τις πολεμικές εξουσίες του προέδρου, θέτοντας ζήτημα συνταγματικότητας.
«Δεν ήθελαν πραγματικά μια συμφωνία»
Ο Αμερικανός πρόεδρος εξήγησε ότι η Τεχεράνη «πλησίαζε σε συμφωνία και στη συνέχεια υποχωρούσε, ξανά και ξανά», με αποτέλεσμα να καταλήξει στο συμπέρασμα πως «δεν ήθελαν ουσιαστικά μια συμφωνία». Η δήλωση αυτή έρχεται μόλις δύο ημέρες μετά την ολοκλήρωση του τρίτου γύρου πυρηνικών διαπραγματεύσεων στη Γενεύη, με τη μεσολάβηση του Ομάν, όπου μάλιστα είχε αναφερθεί «σημαντική πρόοδος».
Σύμφωνα με τον Τραμπ, είχε αρχίσει να προετοιμάζει ομιλία από την προηγούμενη ημέρα και ζήτησε από τους συνεργάτες του να του παραθέσουν όλες τις επιθέσεις που, κατά τον ίδιο, είχε πραγματοποιήσει το Ιράν διεθνώς τα τελευταία 25 χρόνια. «Σχεδόν κάθε μήνα έκαναν κάτι κακό. Ανατίναζαν κάτι ή σκότωναν κάποιον», δήλωσε χαρακτηριστικά.
«Θα χρειαστούν χρόνια για να ανακάμψουν»
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν προχωρήσει σε πλήγματα τον Ιούνιο του 2025, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Σφυρί του Μεσονυχτίου», το Ιράν «θα είχε ήδη πυρηνικό όπλο». Αναφερόμενος στις επαφές του με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, τόνισε ότι είχαν «καλή συνομιλία» και ότι «βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος», υποδηλώνοντας στενό συντονισμό μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ.
Όσον αφορά τη συνέχεια της σύγκρουσης, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι διαθέτει «πολλές επιλογές εξόδου». Θα μπορούσε είτε να παρατείνει την επιχείρηση για να «πάρει τον έλεγχο των πάντων», είτε να την ολοκληρώσει μέσα σε λίγες ημέρες, προειδοποιώντας το Ιράν ότι ενδεχόμενη επανεκκίνηση του πυρηνικού προγράμματος θα οδηγήσει σε νέα αντιπαράθεση. Σε κάθε περίπτωση, εκτίμησε ότι η Τεχεράνη «θα χρειαστεί χρόνια για να ανακάμψει από αυτή την επίθεση».
Κινητοποίηση στο Κογκρέσο: Ζήτημα συνταγματικότητας
Ενώ ο Τραμπ δικαιολογεί τα πλήγματα, στο αμερικανικό Κογκρέσο παρατηρείται έντονη κινητικότητα. Βουλευτές σπεύδουν να επιστρέψουν στην Ουάσιγκτον, προκειμένου να διεξαχθεί ψηφοφορία για τον περιορισμό της εξουσίας του προέδρου όσον αφορά τα στρατιωτικά πλήγματα στο Ιράν.
Πολλοί Δημοκρατικοί βουλευτές χαρακτηρίζουν την επίθεση παράνομη και αντισυνταγματική, υποστηρίζοντας ότι ο Τραμπ διόγκωσε τους κινδύνους που δήθεν αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ από το Ιράν. «Οι απλοί Αμερικανοί δεν θέλουν έναν ακόμη ατελείωτο πόλεμο», τονίζουν οι επικριτές.
Σύμφωνα με το αμερικανικό Σύνταγμα, ο πρόεδρος δεν έχει την εξουσία να κηρύξει πόλεμο, αφού αυτή η αρμοδιότητα ανήκει αποκλειστικά στο Κογκρέσο. Υπάρχει βέβαια το Ψήφισμα Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Resolution) του 1973, που επιτρέπει στον πρόεδρο να αναλάβει δράση, αλλά μόνο υπό τον όρο ότι θα ενημερώσει το Κογκρέσο. Εάν δεν γίνει αυτό, τα στρατεύματα πρέπει να αποσυρθούν εντός 60 ημερών.
Η εσωτερική πολιτική διάσταση
Αν και ο πρόεδρος έχει εκτελεστική εξουσία σε περίπτωση που οι ΗΠΑ δέχονται επίθεση, οι επικριτές του υπογραμμίζουν ότι δεν υπήρξε καμία τεκμηρίωση για άμεση απειλή κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η κριτική δεν προέρχεται μόνο από τους Δημοκρατικούς. Ακόμα και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί εκφράζουν ανησυχία για την κλιμάκωση χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση.
Η κατάσταση θυμίζει τις πολιτικές αντιδράσεις μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, όταν πολλοί βουλευτές κατηγόρησαν εκ των υστέρων ότι είχαν παραπλανηθεί σχετικά με τις «απειλές». Αυτή τη φορά, ωστόσο, η αντίδραση του Κογκρέσου είναι άμεση και πιο οργανωμένη.
Τι ακολουθεί
Η ψηφοφορία στο Κογκρέσο αναμένεται να γίνει τις επόμενες ημέρες, αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα συγκεντρώσει αρκετές ψήφους για να περάσει, δεδομένης της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Βουλή. Ωστόσο, η πολιτική πίεση αυξάνεται, καθώς οι επιπτώσεις της σύγκρουσης γίνονται ήδη αισθητές: ιρανικά αντίποινα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, εκρήξεις σε Ντουμπάι, Κουβέιτ και Μπαχρέιν, κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου.
Το ερώτημα που κυριαρχεί στην Ουάσιγκτον δεν είναι πλέον μόνο στρατιωτικό. Είναι και βαθιά πολιτικό: μπορεί ένας πρόεδρος να εμπλέξει τη χώρα σε πόλεμο χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου; Η απάντηση θα κρίνει όχι μόνο τη μοίρα της σύγκρουσης, αλλά και τις σχέσεις εξουσίας μέσα στην ίδια την αμερικανική δημοκρατία.

