Μια άγνωστη σελίδα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έρχεται στη μεγάλη οθόνη. Η ταινία «The Tasters» του Σίλβιο Σολντίνι αφηγείται την αληθινή ιστορία γυναικών που αναγκάστηκαν να δοκιμάζουν κάθε γεύμα του Χίτλερ, με τον φόβο της δηλητηρίασης να τις στοιχειώνει καθημερινά.
Η μαρτυρία που έμεινε κρυφή 67 χρόνια
Η Μάργκοτ Βελκ το 2012 αποκάλυψε ένα φρικτό μυστικό. Στα χρόνια του πολέμου δοκίμαζε τα γεύματα του δικτάτορα για να ελέγξει αν περιείχαν δηλητήριο. Η συγκλονιστική της μαρτυρία ενέπνευσε τη Ροζέλα Ποστορίνο να γράψει το μυθιστόρημα «The Women at Hitler’s Table» το 2018. Το βιβλίο αποτέλεσε τη βάση για την κινηματογραφική μεταφορά που πρωταγωνιστεί η Ελίζα Σλοτ.
Η ταινία τοποθετείται το 1943 στην Ανατολική Πρωσία. Η Ρόζα Ζάουερ εγκαταλείπει το Βερολίνο για να γλιτώσει από τους βομβαρδισμούς. Μένει στους πεθερούς της ενώ ο σύζυγός της πολεμά στο ρωσικό μέτωπο. Η ηρεμία όμως κρατά λίγο.
Το «Λημέρι του Λύκου» και ο καθημερινός τρόμος
Στρατιώτες των Ναζί μαζεύουν τη Ρόζα και άλλες γυναίκες του χωριού. Τις οδηγούν στο «Λημέρι του Λύκου», το μυστικό αρχηγείο του Χίτλερ. Εκεί τους ανατίθεται μια θανάσιμη αποστολή: να δοκιμάζουν κάθε πιάτο πριν φτάσει στο τραπέζι του Φύρερ.
Οι γυναίκες κάθονται γύρω από το τραπέζι υπό συνεχή επιτήρηση. Τρώνε τα γεύματα που ετοίμασαν οι μάγειρες. Στη συνέχεια περιμένουν να δουν αν κάποια θα εμφανίσει συμπτώματα. Κανείς δεν ξέρει αν το επόμενο γεύμα θα είναι και το τελευταίο του.
Ο σκηνοθέτης Σολντίνι επιλέγει μια μουντή, αποχρωματισμένη παλέτα. Η εικόνα ενισχύει την ασφυξία και την αβεβαιότητα της εποχής. Ο Χίτλερ δεν εμφανίζεται ποτέ στην οθόνη, αλλά η παρουσία του καθορίζει τα πάντα.
Η ερμηνεία που κρατά τη ταινία όρθια
Η Ελίζα Σλοτ αποδίδει την ένταση και τον φόβο με μικρές κινήσεις και σιωπές. Η Ρόζα παγιδεύεται σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να ελέγξει. Προσπαθεί να κατανοήσει τι της συμβαίνει, ενώ ο θάνατος την παρακολουθεί σε κάθε μπουκιά. Η ερμηνεία δίνει βάθος και λειτουργεί ως σταθερό σημείο μέσα στο χάος.
Το «The Tasters» αποκαλύπτει μια πτυχή του πολέμου που σπάνια συζητείται. Δείχνει πώς ο τρόμος διαπερνούσε ακόμα και τις πιο απλές καθημερινές πράξεις, όπως το φαγητό.

