«Γιαγιά» είπε πρώτα ο μικρός, όχι «μαμά». Η απάντηση είναι απλή: οι παππούδες και οι γιαγιάδες εμφανίζονται όταν η μέρα ξεκινάει στις 7 το πρωί και το ωράριο των γονέων δεν χωράει ούτε λεπτό παραπάνω.
Από το σχολείο στα μακαρόνια: Η καθημερινή προσφορά
Παραλαβή από το σχολείο, συνοδεία στο αγγλικό, φροντίδα όταν το παιδί αρρωστήσει. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες δεν κάνουν απλώς babysitting. Γίνονται το δίχτυ ασφαλείας που κρατάει την οικογένεια όρθια. Χωρίς αυτούς, η διπλή απασχόληση των γονέων θα ήταν αδύνατη για χιλιάδες ελληνικές οικογένειες.
Το «δωρεάν» έργο τους αντιστοιχεί σε εκατοντάδες ευρώ μηνιαίως ανά οικογένεια. Χρήματα που διαφορετικά θα πήγαιναν σε νταντάδες, κέντρα φύλαξης, ιδιαίτερα. Η οικονομική συνεισφορά τους απελευθερώνει πόρους και χρόνο. Επιτρέπει στους γονείς να διατηρήσουν σταθερή επαγγελματική ζωή.
Το τίμημα της αφοσίωσης
Αλλά πόσο «δωρεάν» είναι στην πραγματικότητα αυτή η προσφορά; Πολλοί παππούδες αναβάλλουν ραντεβού γιατρού, εγκαταλείπουν χόμπι, ακυρώνουν ταξίδια. Το σώμα τους πληρώνει: κόπωση, πόνοι στην πλάτη από το σήκωμα των μικρών, έλλειψη ανάπαυσης. Η ψυχολογική πίεση είναι εξίσου βαριά.
Άλλο να επισκέπτεσαι τα εγγόνια για παιχνίδι και άλλο να «χτυπάς κάρτα» καθημερινά με συγκεκριμένο ωράριο. Η υποχρέωση μετατρέπεται σε βάρος. Το δικαίωμα στην ανάπαυση και την προσωπική ζωή στην τρίτη ηλικία συρρικνώνεται. Η σύγχρονη οικογένεια στηρίζεται σε αυτή την αθέατη θυσία.
Κερδίζουν όλοι το ίδιο;
Τα εγγόνια κερδίζουν αγάπη, ρίζες, οικογενειακή συνέχεια. Οι γονείς κερδίζουν απαλλαγή από το άγχος και οικονομική ευελιξία. Οι ηλικιωμένοι βρίσκουν νόημα, κοινωνική σύνδεση, ενεργό ρόλο. Όμως η ισορροπία δεν είναι ισομερής.
Η κοινωνία δεν αναγνωρίζει δημόσια αυτή τη συνεισφορά. Δεν υπάρχει στήριξη, ανταπόδοση, προστασία για τους ίδιους τους φροντιστές. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες παραμένουν ο αόρατος πυλώνας που κρατάει όρθιο το οικοδόμημα. Χωρίς τους οποίους χιλιάδες ελληνικές οικογένειες θα κατέρρεαν.

