Μόλις πέντε ημέρες μετά τη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Άγκυρα επέστρεψε στην πάγια αναθεωρητική τακτική της, αποστέλλοντας επιστολή στον ΟΗΕ με την οποία αμφισβητεί εκ νέου τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κίνηση αυτή δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας.
Η προκλητική επιστολή και ο χρόνος αποστολής της
Η επιστολή φέρει ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2026 και στάλθηκε στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Η χρονική στιγμή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί τυχαία. Εστάλη ακριβώς πέντε ημέρες μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν (11 Φεβρουαρίου) και, ακόμα πιο σημαντικό, την ίδια ημέρα που υπεγράφη η ιστορική συμφωνία μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας Chevron-HELLENIQ ENERGY για τους υδρογονάνθρακες σε Κρήτη και Πελοπόννησο.
Η σύμπτωση αυτή καταδεικνύει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο τη βαθιά ενόχληση που προκαλεί στην Άγκυρα η ελληνική ενεργειακή στρατηγική, η οποία προχωρά αποφασιστικά στην αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων.
Τι ισχυρίζεται η Τουρκία
Στην επιστολή της, η Τουρκία επαναφέρει στο προσκήνιο τις γνωστές αβάσιμες θέσεις της σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο. Συγκεκριμένα:
Ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται ενιαία διεθνής πρακτική ή νομικός κανόνας που να αποδίδει πλήρη επήρεια σε νησιά για τον καθορισμό θαλάσσιων ζωνών. Επικαλείται εκ νέου το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο καμία σοβαρή χώρα δεν αναγνωρίζει. Απορρίπτει τη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, χαρακτηρίζοντάς την ως μη έχουσα νομική ισχύ για την Τουρκία. Αμφισβητεί τις θαλάσσιες περιοχές που κήρυξε η Ελλάδα τον Απρίλιο του 2025, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζουν την τουρκική θαλάσσια δικαιοδοσία.
Παρά τις νομικά ανυπόστατες αξιώσεις, η Τουρκία δηλώνει προσήλωμένη στον διάλογο, επικαλούμενη μάλιστα τη Διακήρυξη των Αθηνών, σε μια πρωτοφανή αντίφαση μεταξύ λόγων και πράξεων.
Η σθεναρή απάντηση της Αθήνας
Η ελληνική πλευρά ανταποκρίθηκε άμεσα και αποφασιστικά. Διπλωματικές πηγές τόνισαν ότι η επιστολή ήταν «εν πολλοίς αναμενόμενη» και δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς αποτελεί επανάληψη της γνωστής τουρκικής τακτικής.
«Η εν λόγω επιστολή, που απορρίπτεται εκ μέρους της Ελλάδας και θα απαντηθεί δεόντως, αναπαράγει τις γνωστές πλην όμως ευφάνταστες και αυθαίρετες ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίου» ανέφεραν οι ελληνικές διπλωματικές πηγές.
Ιδιαίτερη βαρύτητα φέρει η υπόμνηση ότι η Τουρκία «επιμένει να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος μέλος της ΕΕ και του ΟΗΕ», γεγονός που αποδυναμώνει πλήρως τον ισχυρισμό της ότι σέβεται το διεθνές δίκαιο.
Η θέση της κυβέρνησης για τη Chevron
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης είχε ήδη απαντήσει στις πρώτες κριτικές, τονίζοντας με σαφήνεια: «Είναι κρίμα εθνικές επιτυχίες και από ενεργειακής σκοπιάς αλλά και από ευρύτερης γεωστρατηγικής σκοπιάς να τις βαφτίζουμε ως επικίνδυνες, και μάλιστα επί τη βάσει μιας κριτικής που δεν έχει κανένα βάρος, κανένα βάθος, καμία ουσία».
Η αξιοποίηση των θαλάσσιων οικοπέδων νότια της Κρήτης αποτελεί, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων απολύτως συμβατή με το διεθνές νομικό πλαίσιο. Η είσοδος του αμερικανικού πετρελαϊκού κολοσσού Chevron σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο στην ελληνική ενεργειακή πολιτική.
Η Ώρα του Πρωθυπουργού
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη εσωτερική πολιτική διάσταση, καθώς ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να απαντήσει σε επίκαιρη ερώτηση του Νίκου Ανδρουλάκη για την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης, στο πλαίσιο της Ώρας του Πρωθυπουργού. Η Αθήνα ξεκαθαρίζει ότι ο διάλογος μπορεί να συνεχιστεί μόνο με πλήρη σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και τις επιταγές του Δικαίου της Θάλασσας.
Η στάση της κυβέρνησης παραμένει σταθερή: τα νησιά έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, ακριβώς όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη, σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας. Η επανάληψη νομικά ανυπόστατων ισχυρισμών από πλευράς Τουρκίας δεν τους προσδίδει αξία και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.

