Μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες εκατομμυρίων Ελλήνων εργαζομένων απαντήθηκε με σαφήνεια: δεν προγραμματίζεται αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης το 2027. Η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Άννα Ευθυμίου, το ξεκαθάρισε κατά τη διάρκεια του 9ου Αναπτυξιακού Συνεδρίου, δίνοντας ανάσα σε χιλιάδες ασφαλισμένους που πλησιάζουν στη σύνταξη.
Τα ισχύοντα ηλικιακά όρια
Σήμερα, τα όρια ηλικίας για συνταξιοδότηση έχουν «κλειδώσει» σε δύο βασικές κατηγορίες:
Στα 62 έτη, με προϋπόθεση τη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης, δηλαδή 12.000 ενσήμων. Πρόκειται για τη λεγόμενη πρόωρη συνταξιοδότηση με πλήρη ασφαλιστικό βίο.
Στα 67 έτη, με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης, δηλαδή 4.500 ένσημα. Αυτό είναι το γενικό όριο ηλικίας που ισχύει για το σύνολο των ασφαλισμένων.
Η «ρήτρα προσδοκίμου» και τι σημαίνει
Η σύνδεση των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής άνω των 65 ετών δεν είναι κάτι καινούργιο. Ο μηχανισμός αυτός θεσμοθετήθηκε ήδη από το 2010 και προβλέπει την αναπροσαρμογή των ορίων ανάλογα με τις μεταβολές στο προσδόκιμο ζωής. Στην παρούσα φάση, παραμένει ανενεργός, αλλά βάσει νόμου η ρήτρα επανεξετάζεται ανά τρία χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι εντός του 2029 θα εξεταστούν οι παράμετροι για το πόσο ανέβηκε το προσδόκιμο ζωής μετά το 65ο έτος και αν η αύξηση είναι τέτοια που επηρεάζει τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η εκπόνηση της έκθεσης Aging Report, η οποία θα αποτελέσει τη βάση για τις μελλοντικές αποφάσεις.
Το δημογραφικό «αγκάθι»
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι Έλληνες ζουν περισσότερο, αλλά ότι γεννιούνται όλο και λιγότεροι. Η Ελλάδα έχει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου 1,5 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ απαιτείται δείκτης 2,1 για τη φυσική αναπλήρωση του πληθυσμού.
Οι συνέπειες είναι σαφείς: λιγότεροι νέοι εισέρχονται στην αγορά εργασίας για να χρηματοδοτήσουν τις συντάξεις των τωρινών συνταξιούχων, ενώ ταυτόχρονα το κράτος καλείται να καταβάλλει συντάξεις για περισσότερα χρόνια. Παράλληλα, αυξάνεται το κόστος νοσηλείας και φροντίδας για τον γηράσκοντα πληθυσμό.
Οι τρεις κρίσιμοι δείκτες
Ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση επισημαίνουν ότι οι αλλαγές μετά το 2029 θα εξαρτηθούν από τρεις βασικούς δημογραφικούς δείκτες:
Δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων: Ο λόγος ατόμων άνω των 65 ετών προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό εκτιμάται ότι κινείται από 39% σήμερα προς το 60% στα επόμενα χρόνια.
Δείκτης γήρανσης: Σήμερα, για κάθε 170 ηλικιωμένους αντιστοιχούν μόλις 100 άτομα εργάσιμης ηλικίας, ένα δυσοίωνο αριθμητικό δεδομένο.
Δείκτης γονιμότητας: Από 1,3 παιδιά ανά γυναίκα το 2018, αυξήθηκε οριακά σε 1,5 το 2022, αλλά παραμένει σημαντικά χαμηλότερος από το κατώφλι του 2,1.
Ποιοι κινδυνεύουν μετά το 2030
Με βάση τα δεδομένα και τις προσαρμογές που προβλέπονται βάσει του Νόμου 4336/2015, οι ασφαλισμένοι που δεν θα θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης εντός της τριετίας 2027-2029 θα επιβαρυνθούν με την αύξηση του ορίου ηλικίας που θα προκύψει.
Στο στόχαστρο βρίσκεται κυρίως η γενιά των σημερινών 55άρηδων. Αυτοί θα βρεθούν ακριβώς πάνω στη γραμμή αλλαγής του 2027-2030. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, όσοι κλείνουν το 62ο έτος μετά το 2030, αν τελικά αυξηθούν τα όρια ηλικίας, θα συνταξιοδοτηθούν πιθανότατα στα 63,6 χρόνια τους.
Αντιδράσεις από τον δικαστικό κλάδο
Την αντίθεσή της σε οποιαδήποτε σκέψη για αλλαγή των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης εξέφρασε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων. Στο πλαίσιο συναντήσεων για τη συνταγματική αναθεώρηση, η Ένωση ξεκαθάρισε ότι αντιτίθεται σε αλλαγές που θα συμπαρασύρουν ολόκληρο τον δημόσιο τομέα.
Πηγές του υπουργείου Εργασίας τονίζουν ότι η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλες αυξήσεις ορίων σε προηγούμενες περιόδους, γεγονός που δίνει ένα χρονικό περιθώριο πριν χρειαστούν νέες αλλαγές. Η κυβέρνηση, ωστόσο, παρακολουθεί στενά τις δημογραφικές εξελίξεις και δεσμεύεται για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος χωρίς αιφνιδιαστικές αλλαγές που θα αιφνιδιάσουν τους πολίτες.

