Η κλιματική κρίση συνεχίζει να αφήνει το αποτύπωμά της στην Ελλάδα, με το 2025 να καταγράφεται ως το δεύτερο θερμότερο έτος των τελευταίων τριάντα ετών, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Climatebook.gr και τα στοιχεία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Με μέση ετήσια θερμοκρασία 15,3°C, το 2025 επιβεβαιώνει μια ανησυχητική τάση που έχει χαρακτηρίσει την τελευταία δεκαετία.
Όπως επισημαίνει ο Δρ. Κώστας Λαγουβάρδος, διευθυντής Ερευνών και επικεφαλής της μονάδας ΜΕΤΕΟ, το 72% των ημερών του έτους κατέγραψε θερμοκρασίες πάνω από τη μέση κλιματική τιμή της περιόδου 1991-2020. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι έξι από τα επτά θερμότερα έτη στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί τα τελευταία επτά χρόνια, γεγονός που υπογραμμίζει την επιτάχυνση του φαινομένου.
Η αύξηση των θερμοκρασιών δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα. Οι περιοχές μακριά από τη θάλασσα, όπως η Δυτική Μακεδονία, η Καστοριά, η Φλώρινα και τα Γρεβενά, παρουσιάζουν ταχύτερη αύξηση θερμοκρασίας, ενώ παγκοσμίως το 2025 κατατάσσεται ως το τρίτο θερμότερο έτος με μέση θερμοκρασία +1,47°C πάνω από την προβιομηχανική περίοδο.

Ξηρασία και υδατικοί πόροι υπό πίεση
Παρά το γεγονός ότι το συνολικό ύψος βροχής παρέμεινε κοντά στη μέση τιμή των τελευταίων τριάντα ετών, η κατανομή των βροχοπτώσεων ήταν άνιση, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα ξηρασίας σε συγκεκριμένες περιοχές. Τα ανατολικά και νότια τμήματα της χώρας, συμπεριλαμβανομένων της Κρήτης, του Αιγαίου και της Θράκης, αντιμετώπισαν εξαιρετικά ξηρές συνθήκες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τεχνητή λίμνη Μόρνου, η οποία συρρικνώθηκε κατά 49% σε σχέση με το 2022, φτάνοντας τα 8,3 km² – την μικρότερη καταγεγραμμένη έκταση της τελευταίας τετραετίας. Η ξηρασία επηρέασε σημαντικά τις περιοχές της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου και του Αιγαίου, ενώ αντίθετα, η Μακεδονία και η Θεσσαλία παρουσίασαν ελαφρώς θετική υγρασία εδάφους.
Στον αντίποδα, οι περιοχές που δέχτηκαν τα μεγαλύτερα ύψη βροχής ήταν η Θεσσαλία, η Κεντρική Μακεδονία, τα νησιά του Ιονίου και περιοχές της Ηπείρου. Αυτή η άνιση κατανομή υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα των κλιματικών αλλαγών και την ανάγκη για τοπικές στρατηγικές προσαρμογής.

Μείωση χιονοπτώσεων και επιπτώσεις στα οικοσυστήματα
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία της έκθεσης αφορά την δραματική μείωση των ημερών χιονοκάλυψης κατά 25-30% στη Βόρεια Ελλάδα και την Πίνδο. Μόνο ελάχιστες περιοχές, όπως το Πήλιο, ο Κίσσαβος, η Σαμοθράκη και ο Όλυμπος, διατήρησαν κανονικές τιμές χιονοκάλυψης.
Η συνεχής μείωση των χιονοπτώσεων έχει άμεσες επιπτώσεις στα δασικά οικοσυστήματα της χώρας. Παρατηρείται εκτεταμένη ξήρανση ελατοδασών και πευκοδασών, φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με την κλιματική αλλαγή, την έλλειψη νερού και τις προσβολές από έντομα. Όπως τονίζουν οι ερευνητές, το φαινόμενο είναι πολυπαραγοντικό και απαιτεί ολοκληρωμένη προσέγγιση που περιλαμβάνει ορθολογική διαχείριση δασών, επιλογή ανθεκτικών ξηρανθεκτικών ειδών και δημιουργία γενετικών τραπεζών.
Η θερμοκρασία της θάλασσας επίσης κατέγραψε ανησυχητικές τιμές, με το 2025 να είναι το τέταρτο πιο θερμό έτος στις ελληνικές θάλασσες από το 1991. Τοπικά, η θετική απόκλιση έφτασε τους +1,4 έως +1,6°C, με τη θερμοκρασία να ξεπερνά τους 28-29°C στα πελάγη του Ιονίου και του Αιγαίου κατά τους θερινούς μήνες.

Όσον αφορά τις δασικές πυρκαγιές, το 2025 κατέγραψε 478.000 στρέμματα καμένα, αριθμός κοντά στον μέσο όρο της περιόδου 2006-2025. Η μεγαλύτερη πυρκαγιά σημειώθηκε στη Βολισσό Χίου τον Αύγουστο, καταστρέφοντας 66.600 στρέμματα. Συνολικά, από τις δύο μεγάλες πυρκαγιές που έπληξαν το νησί κάηκαν 114.600 στρέμματα, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 13,6% της συνολικής έκτασης της Χίου.
Παρά τις δυσμενείς συνθήκες, το 2025 σημειώθηκε για πρώτη φορά από το 2000 χωρίς ανθρώπινες απώλειες από έντονα καιρικά φαινόμενα. Καταγράφηκαν 19 έντονα καιρικά επεισόδια, αριθμός χαμηλότερος από τον ετήσιο μέσο όρο της περιόδου 2000-2025 (24 επεισόδια), με τα περισσότερα να σχετίζονται με πλημμύρες.
Η κλιματική αποτίμηση του 2025 υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη για επιστημονική παρακολούθηση, προληπτική διαχείριση δασών και στρατηγικό σχεδιασμό για ανθεκτικά οικοσυστήματα. Η Ελλάδα, με τη σημαντική γενετική ποικιλότητά της, έχει τη δυνατότητα να πρωτοστατήσει στην επιλογή και διατήρηση ξηρανθεκτικών γενοτύπων, συμβάλλοντας όχι μόνο στη δική της περιβαλλοντική προστασία αλλά και στην ευρωπαϊκή προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης.

